Η δολοφονία του Φιλίππου Β΄ το 336 π.Χ. παρουσιάζεται συνήθως ως ένα μεμονωμένο περιστατικό, σχεδόν ως ιστορική υποσημείωση πριν από την εμφάνιση του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ένας σωματοφύλακας, ο Παυσανίας, ενεργεί από προσωπική προσβολή, σκοτώνει τον βασιλιά και θανατώνεται επί τόπου.
Η αφήγηση τελειώνει εκεί, γρήγορα και βολικά. Όμως αυτή η απλότητα δεν αντέχει σε σοβαρή ιστορική εξέταση. Την περίοδο εκείνη, ο Φίλιππος δεν ήταν απλώς ένας επιτυχημένος ηγεμόνας. Είχε κατορθώσει κάτι που για δεκαετίες φαινόταν αδύνατο, να επιβάλει τη μακεδονική ηγεμονία σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο. Οι πόλεις είχαν υποταχθεί στρατιωτικά ή πολιτικά, η Κοινή Ειρήνη είχε επιβληθεί και, το σημαντικότερο, ο Φίλιππος προετοίμαζε μια εκστρατεία που θα άλλαζε ριζικά την ιστορία, την εισβολή στην Περσική Αυτοκρατορία.
Η Ελλάδα, για πρώτη φορά μετά τους Περσικούς Πολέμους, θα περνούσε στην αντεπίθεση ως ενιαία δύναμη. Αυτό ακριβώς τον καθιστούσε επικίνδυνο. Όχι μόνο για τους εξωτερικούς αντιπάλους, αλλά και για πολλούς εντός του ελληνικού κόσμου. Πολιτικοί που είχαν χτίσει την επιρροή τους στην αντιμακεδονική ρητορική έβλεπαν τη δύναμή τους να καταρρέει. Παλαιές αριστοκρατίες πόλεων έχαναν τον έλεγχο. Και ξένες δυνάμεις, που επί δεκαετίες επηρέαζαν τα ελληνικά πράγματα μέσω χρηματοδοτήσεων και διχασμών, έβλεπαν το πεδίο να κλείνει.Μέσα σε αυτό το κλίμα.
Η επίσημη εκδοχή της δολοφονίας αφήνει κενά που δύσκολα αγνοούνται. Ο Παυσανίας είχε πρόσβαση στον βασιλιά σε δημόσια τελετή, σε μια στιγμή ύψιστης ασφάλειας. Είχε προβλέψει τη διαφυγή του, με άλογο έτοιμο, και κυρίως, εξοντώθηκε αμέσως, χωρίς καμία δυνατότητα ανάκρισης. Η ταχύτητα με την οποία σίγησε ο μοναδικός άνθρωπος που θα μπορούσε να αποκαλύψει αν είχε συνεργούς δεν μοιάζει τυχαία. Αντιθέτως, μοιάζει εξαιρετικά βολική.
Ιδιαίτερη σκιά ρίχνει και το ζήτημα της διαδοχής. Ο Φίλιππος είχε πρόσφατα παντρευτεί νεότερη γυναίκα, γεγονός που άνοιγε το ενδεχόμενο νέου νόμιμου διαδόχου. Η θέση του Αλεξάνδρου δεν ήταν απολύτως ασφαλής. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ολυμπιάδα, μια γυναίκα γνωστή για τη σκληρότητα και την αποφασιστικότητά της, είχε κάθε λόγο να φοβάται τον αποκλεισμό της από την εξουσία. Οι αρχαίες πηγές δεν την κατηγορούν ευθέως, όμως οι υπαινιγμοί τους είναι διακριτοί και επίμονοι. Το αποτέλεσμα πάντως τη δικαίωσε, ο γιος της ανέλαβε αμέσως τον θρόνο, χωρίς αντίπαλο.
Ο θάνατος του Φιλίππου δεν προκάλεσε παντού θλίψη. Σε ορισμένες ελληνικές πόλεις, και ιδιαίτερα στην Αθήνα, υπήρξε ανακούφιση και η ελπίδα ότι η μακεδονική κυριαρχία θα κατέρρεε. Το γεγονός ότι πολιτικοί κύκλοι πανηγύρισαν αποκαλύπτει πως, ακόμη κι αν δεν συμμετείχαν άμεσα, θεωρούσαν τη δολοφονία πολιτικά ωφέλιμη.
Τέλος, δεν μπορεί να αγνοηθεί ο διεθνής παράγοντας. Η Περσική Αυτοκρατορία είχε κάθε λόγο να επιθυμεί την εξόντωση ενός ηγεμόνα που ετοίμαζε εισβολή στα εδάφη της. Η δολοφονία του Φιλίππου καθυστέρησε την εκστρατεία και δημιούργησε μια σύντομη περίοδο αβεβαιότητας. Κέρδισε χρόνο, ίσως πολύτιμο, όμως όχι αρκετό όπως αποδείχθηκε. Η δολοφονία του Φιλίππου Β΄ δεν ήταν ένα απλό έγκλημα τιμής. Ήταν μια πολιτική τομή, ένα γεγονός που εξυπηρέτησε πολλούς και ζημίωσε ελάχιστους από όσους κινούσαν τα νήματα της εποχής. Και ίσως γι’ αυτό η ιστορία την αντιμετωπίζει συχνά βιαστικά διότι αποκαλύπτει ότι οι μεγάλες αλλαγές σπάνια συμβαίνουν χωρίς αόρατες συγκρούσεις πίσω τους.
Αν ο Φίλιππος είχε ζήσει, η ιστορία του ελληνικού κόσμου και ίσως ολόκληρης της Μεσογείου, θα είχε γραφτεί διαφορετικά. Και αυτό το ερώτημα, περισσότερο από κάθε απάντηση, είναι που καθιστά τη δολοφονία του τόσο άβολη για την απλή αφήγηση.