Οἱ ἐπὶ τῶν ἱστορουμένων σημειώσεις

Η επικαιρότητα κανει θορυβο η ιστορια οχι…

ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ: Η τέχνη της νίκης και η ευθύνη προς την πατρίδα

Αν κάποιος περιδιάβαινε την Αθήνα στα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου και ρωτούσε τους πολίτες για τον Αλκιβιάδης, δύσκολα θα έπαιρνε την ίδια απάντηση δύο φορές. 

Άλλοι θα τον ονόμαζαν σωτήρα της πόλης, άνθρωπο προικισμένο με τόλμη, ευφυΐα και φυσική αρχηγία, ικανό να εμπνεύσει στρατιώτες και να μεταβάλει την έκβαση μιας μάχης μόνο με την παρουσία του. 
Άλλοι πάλι θα τον χαρακτήριζαν επικίνδυνο, άνθρωπο υπερβολικά φιλόδοξο, που έθετε τη δική του δόξα πάνω από τη σταθερότητα της πόλης. 

Ήταν όμορφος, πλούσιος, αλαζονικός και ακαταμάχητα χαρισματικός. 
Μαθητής του Σωκράτη, συγγενής του Περικλή, και παιδί μιας από τις πιο επιφανείς οικογένειες της πόλης, μεγάλωσε μέσα σε έναν κόσμο όπου η δύναμη, η πολιτική και η φιλοδοξία συναντιόνταν καθημερινά. 

Όμως εκεί όπου άλλοι έβλεπαν έναν ηγέτη, άλλοι έβλεπαν έναν άνθρωπο που μπορούσε να αλλάξει στρατόπεδο χωρίς δισταγμό. 
Και έτσι συνέβη το παράδοξο, ο ίδιος άνθρωπος να πολεμήσει άλλοτε για την Αθήνα, άλλοτε για τη Σπάρτη, και να εμπλακεί ακόμη και στα σχέδια της περσικής εξουσίας. 

Γι’ αυτό και το όνομά του έμεινε στην ιστορία με μια διπλή σκιά: 
για μερικούς ήταν ο λαμπρότερος στρατηγός της εποχής του,  για άλλους, ο πιο επικίνδυνος άνθρωπος που γέννησε ποτέ η Αθήνα. 

Στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ., η Αθήνα είχε φτάσει στο απόγειο της δύναμής της. Η πόλη είχε ηγηθεί των ελληνικών δυνάμεων στους πολέμους εναντίον της Περσικής Αυτοκρατορίας, ενώ μετά τους περσικούς πολέμους είχε δημιουργήσει ένα εκτεταμένο δίκτυο συμμαχιών στο Αιγαίο. 

Την πολιτική ζωή της πόλης για πολλά χρόνια καθόρισε η μορφή του πολιτικού Περικλή. Υπό την ηγεσία του, η Αθήνα γνώρισε μια περίοδο πνευματικής ακμής, οικονομικής ανάπτυξης και πολιτικής σταθερότητας. Τα μεγάλα οικοδομήματα και η ενίσχυση της αθηναϊκής ναυτικής δύναμης αποτελούσαν σύμβολα της ισχύος της πόλης. 

Όμως αυτή η δύναμη προκάλεσε φόβο και καχυποψία στον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο. Ιδιαίτερα η Σπάρτη, η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη της ηπειρωτικής Ελλάδας, άρχισε να βλέπει την αθηναϊκή επέκταση ως απειλή. 

Έτσι δημιουργήθηκε η μεγάλη σύγκρουση που έμελλε να καθορίσει μια ολόκληρη εποχή: ο Πελοποννησιακός Πόλεμος. 

Ο πόλεμος αυτός δεν ήταν μια απλή σύγκρουση δύο πόλεων. Ήταν μια μακρά και εξαντλητική αναμέτρηση ανάμεσα σε δύο διαφορετικά πολιτικά και στρατιωτικά συστήματα: 
από τη μια πλευρά η ναυτική και δημοκρατική Αθήνα, 
και από την άλλη η στρατιωτική και ολιγαρχική Σπάρτη. 

Μέσα σε αυτόν τον κόσμο πολέμου, φιλοδοξίας και πολιτικών συγκρούσεων θα εμφανιστεί μια από τις πιο εντυπωσιακές μορφές της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, ο Αλκιβιάδης. 

Γεννημένος σε μια από τις επιφανέστερες οικογένειες της Αθήνας και μεγαλωμένος μέσα στον κύκλο του Περικλή, ο νεαρός αυτός Αθηναίος επρόκειτο να παίξει ρόλο καθοριστικό στην πορεία του πολέμου, άλλοτε ως σωτήρας, άλλοτε ως προδότης, αλλά πάντοτε ως μια προσωπικότητα που δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη. 

Ο Αλκιβιάδης γεννήθηκε γύρω στο 450 π.Χ. στην Αθήνα, σε μία από τις πιο επιφανείς και ισχυρές οικογένειες της πόλης. Η γενιά του συνδεόταν με το αριστοκρατικό γένος των Αλκμεωνιδών, μια οικογένεια που είχε διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην πολιτική ζωή της Αθήνας επί πολλές γενεές. 

Πατέρας του ήταν ο Κλεινίας, Αθηναίος αριστοκράτης και πολεμιστής, ο οποίος σκοτώθηκε πολεμώντας εναντίον των Περσών στη Μάχη της Κορώνειας (447 π.Χ.). Ο θάνατός του άφησε τον Αλκιβιάδη ορφανό σε νεαρή ηλικία. 

Την επιμέλεια και την ανατροφή του ανέλαβε τότε ο συγγενής του και ισχυρότερος πολιτικός της εποχής, ο Περικλής. Έτσι ο νεαρός Αλκιβιάδης μεγάλωσε μέσα στο περιβάλλον της αθηναϊκής πολιτικής ελίτ, όπου καθημερινά συζητούνταν ζητήματα εξουσίας, πολέμου και στρατηγικής. 

Η φύση του νεαρού Αθηναίου ήταν από νωρίς εντυπωσιακή. Οι αρχαίοι συγγραφείς τον περιγράφουν ως άνθρωπο εξαιρετικής ομορφιάς, μεγάλης αυτοπεποίθησης και έντονης φιλοδοξίας. Διέθετε πλούτο, ευγενική καταγωγή και μια σχεδόν φυσική ικανότητα να τραβά πάνω του την προσοχή των άλλων. 

Σημαντική επιρροή στη ζωή του άσκησε ο φιλόσοφος Σωκράτης, ο οποίος συνδέθηκε στενά μαζί του. Ο Σωκράτης φαίνεται πως διέκρινε στον νεαρό Αλκιβιάδη ένα σπάνιο συνδυασμό ευφυΐας και φιλοδοξίας και προσπάθησε να κατευθύνει τον χαρακτήρα του προς την αρετή και την αυτοκυριαρχία. 

Οι πηγές αναφέρουν ότι ο Σωκράτης όχι μόνο τον δίδαξε, αλλά και τον προστάτευσε στο πεδίο της μάχης. Κατά τη διάρκεια της Μάχης της Ποτίδαιας, όταν ο νεαρός Αλκιβιάδης τραυματίστηκε, ο Σωκράτης στάθηκε στο πλευρό του και τον έσωσε από τον κίνδυνο. 

Παρά τις φιλοσοφικές αυτές επιρροές, ο χαρακτήρας του Αλκιβιάδη παρέμεινε έντονα ανεξάρτητος. Η πολυτέλεια της ζωής του, η αγάπη του για την επίδειξη και η ισχυρή του φιλοδοξία τον έκαναν γρήγορα γνωστό σε ολόκληρη την πόλη. 

Ακόμη και σε νεαρή ηλικία, πολλοί στην Αθήνα πίστευαν ότι ο Αλκιβιάδης προοριζόταν για μεγάλα πράγματα. Άλλοι όμως ήδη διέκριναν σε αυτόν έναν χαρακτήρα επικίνδυνο· έναν άνθρωπο που διέθετε όλες τις ικανότητες για να γίνει μεγάλος ηγέτης, αλλά και όλα τα ελαττώματα που μπορούσαν να οδηγήσουν έναν άνθρωπο στην ύβρη. 

Έτσι, πριν ακόμη εισέλθει ενεργά στην πολιτική ζωή της πόλης, ο Αλκιβιάδης είχε ήδη γίνει μια μορφή που προκαλούσε ταυτόχρονα θαυμασμό και ανησυχία. 

Όταν ο Αλκιβιάδης έφτασε στην ηλικία όπου ένας Αθηναίος μπορούσε να συμμετέχει ενεργά στην πολιτική ζωή, η Αθήνα βρισκόταν ήδη βαθιά μέσα στη δίνη του Πελοποννησιακού Πολέμου. 

Μετά τον θάνατο του Περικλής, η πόλη είχε χάσει τον ηγέτη που για πολλά χρόνια είχε διατηρήσει ισορροπία ανάμεσα στη φιλοδοξία και τη σύνεση. Τη θέση του δεν κατέλαβε ένας μόνο άνδρας, αλλά μια σειρά πολιτικών που προσπαθούσαν να καθοδηγήσουν τη δημοκρατία σε μια περίοδο μεγάλης αβεβαιότητας. 

Σε αυτό το περιβάλλον εμφανίστηκε ο νεαρός και φιλόδοξος Αλκιβιάδης. Με τον πλούτο του, τη φήμη της οικογένειάς του και τη φυσική του ευγλωττία, κατάφερε γρήγορα να προσελκύσει την προσοχή των πολιτών. 

Η πολιτική του πορεία συνδέθηκε από νωρίς με την αντιπαλότητα απέναντι στον πιο συντηρητικό στρατηγό της πόλης, τον Νικία. Ο Νικίας ήταν γνωστός για την προσεκτική και συγκρατημένη πολιτική του, επιδιώκοντας συχνά την ειρήνη με τη Σπάρτη. 

Ο Αλκιβιάδης, αντίθετα, πίστευε ότι η δύναμη της Αθήνας έπρεπε να επεκταθεί ακόμη περισσότερο. Θεωρούσε ότι η πόλη διέθετε το ναυτικό, τον πλούτο και τη στρατηγική θέση για να επιβληθεί στον ελληνικό κόσμο. 

Η πρώτη μεγάλη πολιτική του κίνηση ήταν η προσπάθεια δημιουργίας μιας συμμαχίας εναντίον της Σπάρτης. Με πρωτοβουλία του, η Αθήνα συνδέθηκε με σημαντικές πόλεις της Πελοποννήσου, όπως το Άργος, η Μαντίνεια και η Ήλιδα. 

Η συμμαχία αυτή αποτέλεσε μια προσπάθεια να περιοριστεί η σπαρτιατική ισχύς και να δημιουργηθεί ένα νέο πολιτικό ισοζύγιο στον ελληνικό κόσμο. 

Ωστόσο, η σύγκρουση που ακολούθησε κατέληξε στη Μάχη της Μαντίνειας το 418 π.Χ., όπου η Σπάρτη πέτυχε σημαντική νίκη. Παρά την αποτυχία αυτή, ο Αλκιβιάδης δεν έχασε την επιρροή του στην Αθήνα. 

Αντίθετα, η προσωπικότητά του γινόταν όλο και πιο ισχυρή. Οι πολίτες της Αθήνας έβλεπαν σε αυτόν έναν άνθρωπο με τόλμη και φιλοδοξία, ικανό να οδηγήσει την πόλη σε νέες κατακτήσεις. 

Έτσι, στα επόμενα χρόνια, ο Αλκιβιάδης θα γίνει ο κύριος εμπνευστής ενός από τα πιο φιλόδοξα και ταυτόχρονα πιο μοιραία σχέδια της αθηναϊκής ιστορίας. Της μεγάλης εκστρατείας εναντίον της Σικελίας. 

Η απόφαση αυτή θα οδηγήσει την Αθήνα σε μια περιπέτεια που θα αλλάξει δραματικά την πορεία του πολέμου. 

Στα χρόνια που ακολούθησαν μετα την Μάχη της Μαντίνειας, η Αθήνα παρέμενε ισχυρή στη θάλασσα, αλλά ο Πελοποννησιακός Πόλεμος συνεχιζόταν χωρίς σαφή έκβαση. Σε αυτή την περίοδο εμφανίστηκε μια πρόταση που έμελλε να αλλάξει την πορεία της ιστορίας. 

Η πόλη της Έγεστα στη Σικελία ζήτησε βοήθεια από την Αθήνα εναντίον της ισχυρής πόλης των Συρακουσών. Το αίτημα αυτό δημιούργησε έντονη συζήτηση στην Εκκλησία του Δήμου. 

Ο άνθρωπος που υποστήριξε με μεγαλύτερο πάθος την εκστρατεία ήταν ο Αλκιβιάδης. Σύμφωνα με τη σκέψη του, η κατάκτηση της Σικελίας δεν θα ήταν απλώς μια στρατιωτική επιτυχία αλλα θα άνοιγε τον δρόμο για την επέκταση της αθηναϊκής δύναμης σε ολόκληρη τη δυτική Μεσόγειο. 

Ο Αλκιβιάδης παρουσίασε το σχέδιο ως μια ευκαιρία για τη Αθήνα να αποκτήσει τεράστιους πόρους, νέες συμμαχίες και στρατηγικό έλεγχο σε μια από τις πιο πλούσιες περιοχές του ελληνικού κόσμου. 

Απέναντί του στάθηκε ο έμπειρος στρατηγός Νικίας, ο οποίος προειδοποίησε ότι η επιχείρηση ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη. Υποστήριξε ότι η Αθήνα δεν έπρεπε να ανοίξει ένα νέο μέτωπο τόσο μακριά από την πατρίδα της, ενώ ήδη πολεμούσε εναντίον της Σπάρτης. 

Παρά τις προειδοποιήσεις αυτές, ο ενθουσιασμός του λαού υπερίσχυσε. Η Εκκλησία του Δήμου αποφάσισε να οργανώσει μια από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές αποστολές που είχε επιχειρήσει ποτέ ελληνική πόλη. 

Η διοίκηση της εκστρατείας ανατέθηκε σε τρεις στρατηγούς: 

τον Αλκιβιάδη, τον Νικία και τον Λάμαχο. 

Το 415 π.Χ., ένας τεράστιος στόλος απέπλευσε από τον Πειραιά με προορισμό τη Σικελία. Για τους Αθηναίους, η στιγμή εκείνη έμοιαζε με την αρχή μιας νέας εποχής δόξας. 

Όμως πριν ακόμη ο στόλος φτάσει στον προορισμό του, ένα γεγονός συγκλόνισε την Αθήνα. 

Κατά τη διάρκεια μιας νύχτας, πολλά από τα αγάλματα του θεού Ερμή, που βρίσκονταν στους δρόμους της πόλης, βρέθηκαν ακρωτηριασμένα. Η πράξη αυτή θεωρήθηκε ιεροσυλία και κακός οιωνός για την εκστρατεία. 

Σύντομα άρχισαν να κυκλοφορούν κατηγορίες ότι ο Αλκιβιάδης είχε εμπλακεί στο γεγονός. Αν και δεν παρουσιάστηκαν σαφείς αποδείξεις, η πολιτική του επιρροή δημιούργησε πολλούς εχθρούς που ήταν πρόθυμοι να τον κατηγορήσουν. 

Έτσι, ενώ ο αθηναϊκός στόλος βρισκόταν ήδη καθ’ οδόν προς τη Σικελία, η Εκκλησία του Δήμου αποφάσισε να ανακαλέσει τον Αλκιβιάδη στην Αθήνα για να δικαστεί. 

Η απόφαση αυτή θα αποδεικνυόταν μοιραία, όχι μόνο για τον ίδιο τον Αλκιβιάδη, αλλά και για την τύχη της μεγαλύτερης στρατιωτικής επιχείρησης που είχε αναλάβει ποτέ η Αθήνα. 

Όταν η Αθήνα αποφάσισε να ανακαλέσει τον Αλκιβιάδης από τη Σικελία για να δικαστεί για την υπόθεση του ακρωτηριασμού των Ερμών, στάλθηκε πλοίο για να τον οδηγήσει πίσω στην πατρίδα. 

Ο Αλκιβιάδης υπάκουσε αρχικά στην εντολή και επιβιβάστηκε στο πλοίο που θα τον μετέφερε στην Αθήνα. Κατά τη διάρκεια όμως του ταξιδιού, όταν το πλοίο έφτασε στην περιοχή Θούριοι της Κάτω Ιταλίας, κατάφερε να διαφύγει. 

Η απόφασή του ήταν καθοριστική. Αν επέστρεφε στην Αθήνα, κινδύνευε να καταδικαστεί σε θάνατο από τους πολιτικούς του αντιπάλους. Αντί λοιπόν να αντιμετωπίσει τη δίκη, προτίμησε να εγκαταλείψει την πατρίδα του. 

Ο προορισμός που επέλεξε ήταν η μεγαλύτερη αντίπαλος της Αθήνας και δεν ήταν άλλη από την Σπάρτη. 

Η άφιξη του Αλκιβιάδη στη Σπάρτη αποτέλεσε γεγονός μεγάλης σημασίας για την εξέλιξη του Πελοποννησιακού Πολέμου. Οι Σπαρτιάτες βρέθηκαν ξαφνικά με έναν άνθρωπο που γνώριζε άριστα τα σχέδια, τη στρατηγική και τις αδυναμίες της αθηναϊκής πολιτείας. 

Ο Αλκιβιάδης όχι μόνο έγινε δεκτός, αλλά σύντομα άρχισε να συμβουλεύει τους Σπαρτιάτες για τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να πλήξουν αποτελεσματικά την Αθήνα. 

Μία από τις σημαντικότερες συμβουλές του ήταν να στείλουν βοήθεια στις Συρακούσες, όπου οι Αθηναίοι προσπαθούσαν να κατακτήσουν τη Σικελία. Οι Σπαρτιάτες έστειλαν τον ικανό στρατηγό Γύλιππο, ο οποίος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην αντίσταση των Συρακουσών. 

Ταυτόχρονα, ο Αλκιβιάδης πρότεινε στους Σπαρτιάτες να καταλάβουν και να οχυρώσουν τη στρατηγική θέση της Δεκέλειας στην Αττική. Η εγκατάσταση σπαρτιατικής φρουράς εκεί επέτρεψε στους εχθρούς της Αθήνας να ασκούν συνεχή πίεση στην πόλη και να διακόπτουν σημαντικές οικονομικές δραστηριότητες. 

Με τον τρόπο αυτό, ο άνθρωπος που κάποτε είχε ηγηθεί της αθηναϊκής επέκτασης βρέθηκε τώρα να συμβάλλει ενεργά στην αποδυνάμωση της ίδιας της πατρίδας του. 

Η μεταστροφή αυτή ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη φήμη του ως μιας προσωπικότητας απρόβλεπτης και εξαιρετικά φιλόδοξης. Για πολλούς στην Αθήνα, ο Αλκιβιάδης είχε πλέον μετατραπεί από λαμπρό ηγέτη σε επικίνδυνο προδότη. 

Και όμως, η πορεία της ζωής του επρόκειτο να πάρει ακόμη μία απροσδόκητη στροφή. 

Για ένα διάστημα, ο Αλκιβιάδης φαινόταν να έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη της Σπάρτης. Οι συμβουλές του είχαν ήδη επηρεάσει σημαντικά την εξέλιξη του Πελοποννησιακού Πολέμου. Η ενίσχυση των Συρακουσών και η οχύρωση της Δεκέλειας στην Αττική αποτέλεσαν σοβαρά πλήγματα για την Αθήνα. 

Ωστόσο, ο χαρακτήρας του Αλκιβιάδη και η ζωή του στη Σπάρτη σύντομα δημιούργησαν νέες εντάσεις. Οι αρχαίες πηγές αναφέρουν ότι η συμπεριφορά του, η πολυτέλεια, η αλαζονεία και οι προσωπικές του σχέσεις, προκάλεσαν δυσφορία στους αυστηρούς Σπαρτιάτες. 

Ιδιαίτερα σοβαρό ήταν το γεγονός ότι ο Αλκιβιάδης κατηγορήθηκε πως συνδέθηκε ερωτικά με τη σύζυγο του Σπαρτιάτη βασιλιά Άγι του Β’.  Η φήμη αυτή, αληθινή ή όχι, τον έφερε σε εξαιρετικά επικίνδυνη θέση. 

Καθώς η καχυποψία των Σπαρτιατών αυξανόταν, ο Αλκιβιάδης αντιλήφθηκε ότι η ζωή του κινδύνευε. Για ακόμη μία φορά αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τους συμμάχους του και να αναζητήσει νέα προστασία. 

Ο επόμενος σταθμός της ζωής του ήταν η αυλή του Πέρση σατράπη Τισσαφέρνης, ο οποίος διοικούσε μεγάλες περιοχές της Μικράς Ασίας για λογαριασμό της Περσικής Αυτοκρατορίας. 

Στην αυλή του Τισσαφέρνη, ο Αλκιβιάδης βρέθηκε στο επίκεντρο ενός πολύπλοκου διπλωματικού παιχνιδιού. Η Περσία είχε συμφέρον να διατηρεί την ισορροπία ανάμεσα στην Αθήνα και τη Σπάρτη, ώστε καμία από τις δύο ελληνικές δυνάμεις να μη γίνει υπερβολικά ισχυρή. 

Ο Αλκιβιάδης φαίνεται πως ενθάρρυνε αυτή την πολιτική. Αντί να υποστηρίζει πλήρως τους Σπαρτιάτες, προσπάθησε να πείσει τον Τισσαφέρνη να κρατήσει τις δυνάμεις της Περσίας σε απόσταση από την άμεση σύγκρουση, αφήνοντας τους Έλληνες να εξαντλούνται μεταξύ τους. 

Ταυτόχρονα, άρχισε να σκέφτεται έναν ακόμη πιο φιλόδοξο στόχο αυτον της επιστροφής του στην Αθήνα. 

Για να το πετύχει αυτό, άρχισε να στέλνει μηνύματα σε Αθηναίους αξιωματικούς και πολιτικούς που βρίσκονταν στον στόλο της πόλης στη Σάμο. Τους άφηνε να εννοηθεί ότι μπορούσε να εξασφαλίσει την υποστήριξη της Περσικής Αυτοκρατορίας, εάν του επέτρεπαν να επιστρέψει στην πολιτική ζωή της Αθήνας. 

Έτσι, ο άνθρωπος που είχε πολεμήσει για την Αθήνα, που είχε συμβουλεύσει τη Σπάρτη εναντίον της και που τώρα ζούσε υπό την προστασία της Περσίας, ετοιμαζόταν να παίξει για ακόμη μία φορά καθοριστικό ρόλο στον πόλεμο. 

Η ιστορία του Αλκιβιάδης πλησίαζε σε μια νέα και εντυπωσιακή καμπή. 

Την περίοδο που ο Αλκιβιάδης βρισκόταν υπό την προστασία του Πέρση σατράπη Τισσαφέρνης, η κατάσταση στην Αθήνα είχε γίνει εξαιρετικά δύσκολη. Η καταστροφή της Σικελικής Εκστρατείας είχε αποδυναμώσει σοβαρά την πόλη, ενώ ο Πελοποννησιακός Πόλεμος συνεχιζόταν με αμείωτη ένταση. 

Η πολιτική κρίση που ακολούθησε οδήγησε το 411 π.Χ. στην ανατροπή της δημοκρατίας και στην εγκαθίδρυση ενός ολιγαρχικού καθεστώτος γνωστού ως Τετρακόσιοι. Η νέα αυτή κυβέρνηση προσπάθησε να περιορίσει τη δύναμη του δήμου και να αναλάβει τον έλεγχο της πόλης. 

Ωστόσο, ο αθηναϊκός στόλος που βρισκόταν στη Σάμο δεν αποδέχθηκε το νέο καθεστώς. Οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί του στόλου παρέμειναν πιστοί στη δημοκρατία και αναζήτησαν ηγέτες που θα μπορούσαν να τους καθοδηγήσουν σε αυτή τη δύσκολη περίοδο. 

Σε αυτή τη συγκυρία εμφανίστηκε και πάλι ο Αλκιβιάδης. Παρά το γεγονός ότι είχε κατηγορηθεί ως προδότης και είχε εξοριστεί από την Αθήνα, πολλοί αξιωματικοί πίστευαν ότι η στρατηγική του ικανότητα ήταν απαραίτητη για τη σωτηρία της πόλης. 

Έτσι, ο αθηναϊκός στόλος στη Σάμο τον κάλεσε να αναλάβει ηγετικό ρόλο. Ο Αλκιβιάδης έγινε δεκτός με ενθουσιασμό και ανακηρύχθηκε στρατηγός των δυνάμεων. 

Η επιστροφή του αυτή αποτέλεσε σημείο καμπής. Υπό την ηγεσία του, οι Αθηναίοι πέτυχαν σημαντικές νίκες εναντίον των σπαρτιατικών δυνάμεων. 

Μεταξύ των σημαντικότερων επιτυχιών ήταν οι ναυμαχίες της Αβύδου και της Κυζίκου, όπου οι αθηναϊκές δυνάμεις κατόρθωσαν να επιβληθούν στον σπαρτιατικό στόλο. 

Οι επιτυχίες αυτές αποκατέστησαν σε μεγάλο βαθμό το κύρος της Αθήνας και επανέφεραν το όνομα του Αλκιβιάδη στο επίκεντρο της ελληνικής πολιτικής. 

Για πολλούς Αθηναίους, ο άνθρωπος που κάποτε είχε θεωρηθεί προδότης εμφανιζόταν τώρα ξανά ως πιθανός σωτήρας της πόλης. 

Έτσι, μετά από χρόνια εξορίας, περιπλάνησης και πολιτικών μεταστροφών, ο Αλκιβιάδης πλησίαζε ξανά στην πατρίδα του. 

Ύστερα από χρόνια εξορίας, περιπλάνησης και πολέμου, ο Αλκιβιάδης βρέθηκε ξανά στο κατώφλι της πατρίδας του. Οι συνεχείς επιτυχίες του στον πόλεμο είχαν αλλάξει την εικόνα που είχαν πολλοί Αθηναίοι για εκείνον. Ο άνθρωπος που κάποτε είχε κατηγορηθεί για ιεροσυλία και προδοσία παρουσιαζόταν πλέον ως ένας από τους λίγους στρατηγούς που μπορούσαν ακόμη να φέρουν νίκη στην Αθήνα. 

Το 407 π.Χ. ο Αλκιβιάδης αποφάσισε να επιστρέψει στην πόλη. Ο στόλος του έφτασε στον Πειραιά, το μεγάλο λιμάνι, και η άφιξή του προκάλεσε έντονη συγκίνηση και προσμονή. 

Η επιστροφή αυτή είχε σχεδόν συμβολικό χαρακτήρα. Ο Αλκιβιάδης δεν ήταν απλώς ένας στρατηγός που επέστρεφε, ήταν ένας άνθρωπος που είχε γνωρίσει την ύψιστη δόξα, την εξορία, την κατηγορία της προδοσίας και τώρα εμφανιζόταν ξανά ως πιθανός σωτήρας της πόλης. 

Οι πολίτες της Αθήνας τον υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό. Οι κατηγορίες για την υπόθεση των Ερμών αποσύρθηκαν και ο Αλκιβιάδης αποκαταστάθηκε πλήρως στα πολιτικά του δικαιώματα. 

Η αποκατάστασή του συνοδεύτηκε και από μια σημαντική θρησκευτική πράξη. Ο Αλκιβιάδης οδήγησε την πομπή των Ελευσίνιων μυστηρίων από την Αθήνα προς την Ελευσίνα, μια τελετή που για χρόνια δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί λόγω της παρουσίας των σπαρτιατικών δυνάμεων στη Δεκέλεια. 

Η πράξη αυτή είχε ισχυρό συμβολισμό. Ο άνθρωπος που είχε κατηγορηθεί για ιεροσυλία εμφανιζόταν τώρα ως προστάτης μιας από τις σημαντικότερες θρησκευτικές τελετές του ελληνικού κόσμου. 

Η Αθήνα του ανέθεσε και πάλι την ανώτατη στρατιωτική διοίκηση. Για μια στιγμή φάνηκε ότι ο Αλκιβιάδης είχε φτάσει στο αποκορύφωμα της δόξας του. 

Ωστόσο, η μοίρα του επρόκειτο να αλλάξει ξανά. Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος δεν είχε ακόμη τελειώσει, και οι εξελίξεις που θα ακολουθούσαν θα οδηγούσαν τον Αλκιβιάδη σε μια ακόμη πτώση. 

Η ζωή του, όπως τόσες φορές στο παρελθόν, θα άλλαζε ξανά κατεύθυνση. 

Παρά τη θριαμβευτική του επιστροφή στην Αθήνα, η τύχη του Αλκιβιάδη δεν επρόκειτο να παραμείνει ευνοϊκή για πολύ. Η πόλη του είχε αναθέσει ξανά την ανώτατη στρατιωτική διοίκηση, όμως ο Πελοποννησιακός Πόλεμος συνεχιζόταν με αμείωτη ένταση και κάθε αποτυχία μπορούσε να αλλάξει δραματικά την πολιτική ισορροπία. 

Το 406 π.Χ. ο Αλκιβιάδης είχε στρατοπεδεύσει με τον στόλο του κοντά στο Νότιον, ένα λιμάνι της Ιωνίας. Εκεί άφησε τη διοίκηση του στόλου στον συνεργάτη του Αντίοχο, με την εντολή να μην προκαλέσει μάχη με τον σπαρτιατικό στόλο. 

Απέναντι όμως βρισκόταν ένας επικίνδυνος αντίπαλος. Ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Λύσανδρος, ένας από τους ικανότερους στρατηγούς της Σπάρτης. 

Ο Αντίοχος, παραβιάζοντας τις εντολές του Αλκιβιάδη, αποφάσισε να προκαλέσει τον σπαρτιατικό στόλο. Πλησίασε τις εχθρικές δυνάμεις και επιχείρησε να τις προκαλέσει σε καταδίωξη. 

Ο Λύσανδρος εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία. Ο σπαρτιατικός στόλος επιτέθηκε αιφνιδιαστικά και οι Αθηναίοι υπέστησαν σοβαρή ήττα στη Ναυμαχία του Νοτίου. Ο ίδιος ο Αντίοχος σκοτώθηκε κατά τη σύγκρουση. 

Παρότι ο Αλκιβιάδης δεν βρισκόταν παρών στη μάχη, η ήττα αποδόθηκε σε αυτόν. Οι πολιτικοί του αντίπαλοι στην Αθήνα εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία και τον κατηγόρησαν για κακή διοίκηση. 

Η εμπιστοσύνη που είχε μόλις κερδίσει χάθηκε ξανά. 

Ο Αλκιβιάδης καθαιρέθηκε από τη διοίκηση του στόλου και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει για ακόμη μια φορά τη δημόσια ζωή της πόλης. 

Αυτή τη φορά δεν επέστρεψε αμέσως στην Αθήνα. Αποσύρθηκε σε μια οχυρωμένη κατοικία που είχε χτίσει στη Θρακική Χερσόνησο, μακριά από την πολιτική σκηνή. 

Από εκεί παρακολουθούσε τις εξελίξεις του πολέμου, ο οποίος πλησίαζε πλέον προς το τέλος του. 

Όμως ο Αλκιβιάδης δεν είχε ακόμη πει την τελευταία του λέξη. Θα προσπαθούσε μια τελευταία φορά να επηρεάσει την πορεία των γεγονότων. 

Αποσυρμένος στη Θρακική Χερσόνησο, ο Αλκιβιάδης παρακολουθούσε με ανησυχία την πορεία του πολέμου. Παρότι είχε απομακρυνθεί από την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της Αθήνας, εξακολουθούσε να ενδιαφέρεται βαθιά για την τύχη της πόλης. 

Το 405 π.Χ. ο αθηναϊκός στόλος είχε συγκεντρωθεί κοντά στον Ελλήσποντο, απέναντι από τη Λάμψακο, όπου βρισκόταν στρατοπεδευμένος ο σπαρτιατικός στόλος υπό τη διοίκηση του Λύσανδρου. 

Οι Αθηναίοι είχαν αγκυροβολήσει σε μια παραλία γνωστή ως Αιγός Ποταμοί. Το σημείο όμως δεν ήταν κατάλληλο για στρατόπεδο. Δεν υπήρχε λιμάνι ούτε επαρκής ανεφοδιασμός, γεγονός που ανάγκαζε τους ναύτες να απομακρύνονται καθημερινά για να βρουν τροφή. 

Όταν ο Αλκιβιάδης πληροφορήθηκε τη θέση του αθηναϊκού στόλου, αποφάσισε να επισκεφθεί τους στρατηγούς. Έφτασε στο στρατόπεδο και τους προειδοποίησε για τον κίνδυνο. 

Τους συμβούλεψε να μετακινήσουν τον στόλο τους στη Σηστό, όπου υπήρχε ασφαλές λιμάνι και καλύτερη οργάνωση. 

Οι στρατηγοί της Αθήνας, όμως, δεν τον άκουσαν. Κάποιοι δεν εμπιστεύονταν πλέον τον Αλκιβιάδη, ενώ άλλοι φοβούνταν ότι αν δεχθούν τη συμβουλή του θα ενισχυθεί ξανά η επιρροή του. 

Έτσι η προειδοποίηση αγνοήθηκε. 

Λίγες ημέρες αργότερα ο Λύσανδρος εκμεταλλεύτηκε την απειθαρχία και την κακή οργάνωση των Αθηναίων. Όταν οι περισσότεροι ναύτες είχαν απομακρυνθεί από τα πλοία για να αναζητήσουν τροφή, ο σπαρτιατικός στόλος επιτέθηκε αιφνιδιαστικά. 

Η σύγκρουση που ακολούθησε έμεινε γνωστή ως η Ναυμαχία των Αιγός Ποταμών. 

Η καταστροφή ήταν ολοκληρωτική. 

Σχεδόν ολόκληρος ο αθηναϊκός στόλος καταστράφηκε ή αιχμαλωτίστηκε. Μόνο λίγα πλοία κατόρθωσαν να διαφύγουν. 

Με την ήττα αυτή η Αθήνα έχασε τη ναυτική της δύναμη και ο Πελοποννησιακός Πόλεμος έφτασε ουσιαστικά στο τέλος του. 

Η πόλη που για δεκαετίες κυριαρχούσε στο Αιγαίο βρέθηκε πλέον ανυπεράσπιστη. 

Ο Αλκιβιάδης είχε προβλέψει την καταστροφή, αλλά η φωνή του δεν είχε ακουστεί. 

Και σύντομα θα ερχόταν και το δικό του τέλος. 

Μετά την καταστροφή της Ναυμαχίας των Αιγός Ποταμών, η δύναμη της Αθήνας κατέρρευσε. Ο Λύσανδρος κατέλαβε τις αθηναϊκές πόλεις στο Αιγαίο και σύντομα ο σπαρτιατικός στόλος εμφανίστηκε έξω από την ίδια την Αθήνα. 

Ο Αλκιβιάδης, αντιλαμβανόμενος ότι δεν είχε πλέον καμία θέση στα πολιτικά πράγματα της πόλης, εγκατέλειψε οριστικά τον ελληνικό χώρο. Αναζήτησε καταφύγιο βαθύτερα στην επικράτεια της Περσικής Αυτοκρατορίας. 

Κατέφυγε στη Φρυγία, όπου τέθηκε υπό την προστασία του Πέρση σατράπη Φαρνάβαζος. 

Παρά την εξορία του, ο Αλκιβιάδης δεν είχε εγκαταλείψει τα σχέδιά του. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, σκόπευε να ταξιδέψει στην αυλή του βασιλιά της Περσίας, του Αρταξέρξη του Β΄, για να ζητήσει βοήθεια και ίσως να επηρεάσει ξανά τις εξελίξεις στον ελληνικό κόσμο. 

Όμως οι εχθροί του δεν είχαν ξεχάσει το όνομά του. 

Ο Λύσανδρος, φοβούμενος ότι ο Αλκιβιάδης θα μπορούσε να ανατρέψει ξανά την πολιτική ισορροπία, φέρεται να πίεσε τον Φαρνάβαζος να τον εξοντώσει. 

Έτσι, γύρω στο 404 π.Χ., άνδρες στάλθηκαν να τον σκοτώσουν. 

Ο Αλκιβιάδης διέμενε τότε σε μια κατοικία στην Φρυγία μαζί με τη σύντροφό του, τη Τιμάδρα. 

Κατά τη διάρκεια της νύχτας, οι επιτιθέμενοι περικύκλωσαν το σπίτι και του έβαλαν φωτιά. 

Ο Αλκιβιάδης, βλέποντας ότι οι φλόγες εξαπλώνονταν, προσπάθησε να διαφύγει. Τυλιγμένος σε έναν μανδύα για να προστατευτεί από τις φλόγες, όρμησε προς τα έξω με το ξίφος στο χέρι. 

Τότε οι δολοφόνοι τον περικύκλωσαν και τον σκότωσαν με βέλη και ακόντια. 

Έτσι πέθανε ένας από τους πιο εντυπωσιακούς και αμφιλεγόμενους ανθρώπους της αρχαίας Ελλάδας. 

Ο Αλκιβιάδης υπήρξε στρατηγός, πολιτικός, διπλωμάτης και περιπετειώδης προσωπικότητα. Υπηρέτησε διαδοχικά την Αθήνα, τη Σπάρτη και την Περσία, αλλά ποτέ δεν έπαψε να επιδιώκει τη δόξα και την εξουσία. 

Η ζωή του υπήρξε γεμάτη αντιφάσεις, 

Δόξα και εξορία, επιτυχία και καταστροφή, πίστη και προδοσία. 

Και ίσως κανένας άλλος άνθρωπος της εποχής του δεν συμβολίζει τόσο έντονα τη δραματική φύση της εποχής του Πελοποννησιακού Πολέμου. 

Η ζωή και η πορεία του Αλκιβιάδης αποτελούν μια μοναδική περίπτωση στην ελληνική ιστορία. Η στρατηγική του ικανότητα, η πολιτική ευελιξία και η ακατάπαυστη φιλοδοξία τον κατέστησαν τόσο ικανό όσο και αμφιλεγόμενο. Μέσα από τις συνεχείς μεταβάσεις ανάμεσα στην Αθήνα, τη Σπάρτη και την Περσία, αποκαλύπτεται όχι μόνο η πολυπλοκότητα των ελληνικών πόλεων-κρατών κατά την εποχή του Πελοποννησιακού Πολέμου, αλλά και οι προσωπικές αντιφάσεις ενός άνδρα που η τύχη και οι επιλογές του καθόρισαν την ιστορική πορεία της εποχής. Η ανάλυση της ζωής του επιτρέπει τη βαθύτερη κατανόηση της πολιτικής, στρατιωτικής και διπλωματικής πραγματικότητας της αρχαίας Ελλάδας, καθώς και των ορίων της ανθρώπινης φιλοδοξίας και επιρροής. 

Ο Αλκιβιάδης παραμένει μία από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της αρχαίας Ελλάδας. Η ζωή του ακροβατεί μεταξύ δόξας και Προδοσίας. Επιτυχίας και καταστροφής. Οι επιλογές του συγκρούονται οι σχέσεις ανάμεσα σε ατομική φιλοδοξία και συμφέρον του έθνους, καθότι συμμάχησε με την Περσία. Οι νίκες του, καταδεικνύουν τη σημασία της στρατηγικής και της διορατικότητας η οποία τον διακατείχε. Η πτώσης του από την άλλη, αποτελούν υπενθύμιση ότι η υπερβολική προσωπική φιλοδοξία χωρίς σταθερό εθνικό κριτήριο, μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφές. Από τη μελέτη και την ανάλυση της ζωής του προκύπτει ότι οι άνθρωποι που κατέχουν τη δύναμη, πρέπει να ενεργούν με γνώμονα όχι μόνο την προσωπική τους φιλοδοξία, αλλά κυρίως στο καλό και την μακροχρόνια ισχύ του έθνους τους. Ο Αλκιβιάδης με όλα τα πάθη και με τον ομολογουμένως κακό του χαρακτήρα, παραμένει ένα μάθημα για την αξία της εθνικής υπευθυνότητας και της στρατηγικής σοφίας. Και κάπου εδώ μας γεννάται το ερώτημα. Τι θα είχε συμβεί αν ο Αλκιβιάδης είχε διαθέσει την ίδια στρατηγική ευφυία, την ίδια διορατικότητα, το ίδιο πνεύμα κινδύνου, αλλά χωρίς τον κακό και ασταθή του χαρακτήρα, χωρίς την έντονη προσωπική φιλοδοξία; Η ιστορία της Αθήνας αλλά και του ελληνικού κόσμου θα μπορούσε να είναι Άκρως διαφορετική. Αν συγκεντρώναμε όλα τα προσόντα της προσωπικότητας του Αλκιβιάδη και αφαιρούσαμε την αλαζονεία. Τότε ίσως να είχαμε έναν ηγέτη, ο οποίος θα έθετε τέλος στον πελοποννησιακό πόλεμο και θα ένωνε τους Έλληνες υπό μια κοινή ιδέα. Θα μπορούσε να έχει αποφύγει τις εσωτερικές πολιτικές συγκρούσεις και τις προσδοκίες που αποδυνάμωναν την Αθήνα σε κρίσιμες στιγμές. Θα μπορούσε να έχει ενοποιήσει τις ελληνικές πόλεις κάτω από μία στρατηγική αντίληψη, εκμεταλλευόμενος την τεράστια στρατιωτική του ευφυία και την πολιτική του ικανότητα. Θα μπορούσε να έχει μετατρέψει τις νίκες του σε μακροχρόνια ισχύ και όχι σε προσωρινά επιτεύγματα ενός ανδρός. Με λίγα λόγια. Σε ένα υποθετικό σενάριο. Αν είχαμε έναν Αλκιβιάδη με συγκεντρωμένες όλες τις αρετές που ούτως ή άλλως κατείχε, αλλά με γνώμονα το εθνικό συμφέρον και όχι την προσωπική φιλοδοξία, τότε θα είχαμε πολύ σοβαρές πιθανότητες, όχι μόνο ένας από τους μεγαλύτερους εμφυλίους της χώρας να είχε ένα πιο αίσιο τέλος, αλλά και τη δημιουργία ενός πανίσχυρου για την εποχή έθνους.  

Αρχαίες Πηγές 

  • Ξενοφών – Ἑλληνικά 
  • Θουκυδίδης – Ἱστορίαι 
  • Διόδωρος Σικελιώτης – Βιβλιοθήκη Ιστορική 
  • Πλούταρχος – Βίοι Παράλληλοι: Αλκιβιάδης 

Σύγχρονες Μελέτες 

  • Donald Kagan – The Peloponnesian War 
  • P.J. Rhodes – A History of the Classical Greek World 478–323 BC 
  • John V.A. Fine – The Ancient Greeks: A Critical History 
  • Simon Hornblower – A Commentary on Thucydides 
  • Robin Osborne – Greece in the Making: 1200–479 BC