Στα πρώτα χρόνια της επανάστασης, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης είχε οριστεί αρματολός των Αγράφων. Η ορεινή περιοχή της Ρούμελης, γνωστή για τα δύσβατα περάσματα της διατηρούσε παράδοση αυτονομίας.
Την ίδια παράδοση συνέχισε και ο Καραϊσκάκης ερχόμενος σε συμφωνία με την οθωμανική αυτοκρατορία πώς, θα αποστέλλει τους φόρους που αντιστοιχούν στην περιοχή, ενώ παράλληλα θα απαγορεύονταν η στρατιωτική διέλευση τούρκων στα εδάφη των Αγράφων.
Επισήμως, ο Καραϊσκάκης ανήκει στην διοίκηση της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στην πράξη βεβαίως στέλνει επιστολή στους καπεταναίους της περιοχής πως, αν χρειαστούν υποστήριξη σε οποιαδήποτε σύγκρουση με τους τούρκους να τον ειδοποιήσουν ώστε να μπορέσει ο ίδιος να στείλει άντρες.
Οι ισορροπίες θα αλλάξουν λίγο με τα γεγονότα που ακολούθησαν την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822. Μετά την αποτυχία των Οθωμανών να καταλάβουν την πόλη, ένα σώμα τουρκαλβανών επιχείρησε να περάσει μέσα από τα άγραφα για να επιστρέψει στην ήπειρο. Ζήτησαν λοιπόν από τον Γεώργιο Καραϊσκάκη να τους επιτρέψει τη διέλευση.
Ο Καραϊσκάκης αρνείται.
Οχι απλά αρνείται, αλλά αρχίζει να οργανώνει τους άντρες του για σύγκρουση, στήνοντας ενέδρα στα στενά των Αγράφων πλησίον της περιοχής του αγίου Βλασίου, καθώς γνώριζε άριστα τα εδάφη που διοικούσε. Η σύγκρουση δεν θα αποφευχθεί και έτσι στις 15 Ιανουαρίου 1823 οι 2 πλευρές θα λύσουν τη διαφορά με μάχη. Μια μάχη σχετικώς σύντομη αλλά πολύ σκληρή. Οι Έλληνες εκμεταλλευόμενοι το δύσβατο έδαφος αιφνιδίασαν τους τουρκαλβανούς υποχρεώνοντάς τους σε απώλεια περίπου 200 ανδρών. Ο ίδιος ο Καραϊσκάκης βρέθηκε αντιμέτωπος με τον αρχηγό τους, τον Ισμαήλ χατζή μπέντο, όπου και θα τον σκοτώσει σε προσωπική μονομαχία κατά τη μάχη. Μετά το θάνατο του αρχηγού τους οι οθωμανικές δυνάμεις τράπηκαν σε φυγή.
Λίγους μήνες αργότερα, το καλοκαίρι του 1823 φτάνει στη Θεσσαλία και στρατοπεδεύει στη Λάρισα, ο πασάς σκόντρας ο οποίος θα επιχειρήσει να επιβάλλει την εξουσία της οθωμανικής αυτοκρατορίας στους αρματολούς της περιοχής. Ανάμεσά τους είναι και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης στον οποίο με επιστολή ζητάει να πάει και να τον προσκυνήσει ο ίδιος αυτοπροσώπως. Η απάντηση του Καραϊσκάκη έμελλε να μείνει στην ιστορία όχι μόνο για την αθυροστομία-χαρακτηριστικό, του Καραϊσκάκη, αλλά και για την αποφασιστικότητα και το θάρρος των Ελλήνων να μην υποταχθούν.
«Μου στέλνεις ένα μπουγιουρντί, λέγεις να προσκυνήσω,
κι εγώ, πασά μου ρώτησα τον μπούτσον μου τον ίδιο
κι αυτός μου αποκρίθηκε να μη σε προσκυνήσω,
κι αν έρθεις κατά πάνω μου, ευθύς να πολεμήσω.»
