
Η μάχη των Πλαταιών, διεξήχθη το 479 π.χ. και αποτελεί κορυφαίο γεγονός των περσικών πολέμων. Είναι αυτή που σφράγισε την τελική χερσαία νίκη των Ελλήνων απέναντι στον περσικό στρατό του Μαρδονίου.
Ο ελληνικός στρατός υπό την αρχηγία του Παυσανία, ο οποίος και ασκεί καθήκοντα αντιβασιλέα της Σπάρτης, ως επίτροπος του ανήλικου ακόμα γιου του Λεωνίδα ο οποίος έπεσε στις Θερμοπύλες, αντιμετώπισε ένα στρατό υπερδιπλάσιο από αυτό των Ελλήνων ο οποίος άγγιζε τις 300.000 άνδρες. Το ελληνικό στρατόπεδο αριθμούσε περίπου 80.000 οπλίτες με συμμετοχή σπαρτιατών Αθηναίων κορινθίων Μεγαρέων και άλλων ελληνικών πόλεων.
Ο ελληνικός στρατός δεν επιτέθηκε αμέσως, αλλά προηγήθηκαν πολυήμερη ελιγμοί οι οποίοι και προσέδωσαν στη μάχη των πλαταιών το χαρακτηρισμό, μάχη των ελιγμών. Οι ελληνικές δυνάμεις στρατοπέδευσαν στους πρόποδες του Κιθαιρώνα, αξιοποιώντας φυσικά οχυρά και περιορίζοντας τη δράση του περσικού ιππικού.
Σε κρίσιμη στιγμή, τη νύχτα της επίθεσης των περσών εμφανίστηκε ένας καβαλάρης ο οποίος φέρεται να ενημέρωνε τις ελληνικές σκοπιές για τις κινήσεις των περσών και πώς σκοπεύουν να επιτεθούν. Όταν εκείνος συστήθηκε, είπε πως ονομάζεται Αλέξανδρος ο Μακεδών και πως ενημερώνει τους Έλληνες καθότι, και αυτός είναι Έλληνας και υπερασπίζεται το όμαιμων, ομότροπων, ομόγλωσσων.
Οι Έλληνες χάρη σε εκείνη την πληροφορία, αποφάσισαν να αλλάξουν θέση εκείνο το βράδυ ούτως ώστε να προετοιμαστούν για την τελική διάταξη. Οι πέρσες παρερμήνευσαν αυτή την κίνηση ως υποχώρηση, έτσι αποφάσισαν να επιτεθούν. Η σωστή αξιοποίηση της πληροφορίας και ο τελικός ελιγμός, είναι αυτοί που οδήγησαν τελικά τους Έλληνες στη νίκη.
Ένα σημαντικό επεισόδιο που αναδεικνύει τη σύγκρουση ανάμεσα στην τιμή και τη στρατηγική, συνέβη με τον σπαρτιάτη λοχαγό Αμομφάρετο, επικεφαλής μιας ομάδας στρατού.
Οταν οι ανώτεροι αξιωματικοί διέταξαν να κινηθεί για λόγους ελιγμού, ως σπαρτιάτης αρνήθηκε να υποχωρήσει δηλώνοντας πως κάτι τέτοιο είναι ενάντια στους νόμους της Σπάρτης και στο ελληνικό ιδεώδης. Δεν υποχωρεί ούτε για ελιγμό ούτε για οποιοδήποτε άλλο λόγο.
Η στάση αυτή όμως οδήγησε σε πολύ σημαντική καθυστέρηση και σύγχυση, καθώς οι υπόλοιπες δυνάμεις βρέθηκαν να περιμένουν τη δική του κίνηση για να ολοκληρωθεί η αλλαγή θέσης. Αν και η στάση του αυτή από πλευράς ελληνικού ιδεώδες, δείχνει μια ακατάλυτη αφοσίωση στην τιμή και στο θάρρος, από στρατηγικής σκοπιάς, η άρνησή του προκάλεσε καθυστέρηση και η έλλειψη συντονισμού, επηρεάζοντας έτσι την οργάνωση της παράταξης και επιφέροντας σημαντική χρονοτριβή. Η πράξη του αυτή αν κρινόταν αυστηρά, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως έλλειψη στρατηγικής ευφυίας, η οποία θα μπορούσε να έχει μεγιστοποιήσει την αποτελεσματικότητα της ελληνικής παράταξης.
Ο Αριστείδης είναι επικεφαλής των Αθηναίων και συμμετέχει στην κεντρική διάταξη των Ελλήνων.
Είναι ο πρώτος που εισήγαγε την έννοια του ολοκληρωτικού πολέμου στην ιστορία, κινητοποιώντας όλους τους διαθέσιμους πόρους της πόλης για την πλήρη εξουδετέρωση του αντιπάλου. Η στρατηγική του συνδυάστηκε με την ηγεσία του Παυσανία και συνέβαλαν καθοριστικά στην οργάνωση της ελληνικής παράταξης.
Όταν ο Μαρδόνιος σκοτώθηκε υπήρξαν κάποιοι οι οποίοι εισηγήθηκαν στον Παυσανία, να του κόψουν το κεφάλι και να το καρφώσουν σε ένα πάσσαλο ομοίως όπως έκανε ο βασιλιάς τους με το Λεωνίδα στις Θερμοπύλες. Ο Παυσανίας όμως αρνήθηκε δηλώνοντας πως εμείς είμαστε Έλληνες όχι βάρβαροι σαν αυτούς.
Η νίκη των Ελλήνων στις Πλαταιές υπογραμμίζει τη σημασία της στρατηγικής των ελιγμών, της ηγεσίας, αλλά και της σωστής πληροφόρησης και αξιοποίησής της την κατάλληλη στιγμή. Ταυτόχρονα αυτή η μάχη έδειξε σύνθεση ηθικής, αρετής, και στρατηγικής σοφίας ως βασική προϋπόθεση για την επιτυχία.
Η μάχη των Πλαταιών είναι ένα ακόμα λαμπρό παράδειγμα του γεγονότος ότι, όσες φορές οι Έλληνες παραμέρισαν τις διαφορές τους απέναντι σε κοινό εχθρό και πολέμησαν οργανωμένα, όλοι μαζί σαν ένας πανελλήνιος στρατός, οι αριθμητικές δυνάμεις των αντιπάλων, εκ του αποτελέσματος δεν έπαιξαν και τόσο σημαντικό ρόλο μπροστά στην ενότητα αυτού του λαού.
Το σημαντικότερο όμως για να κατανοήσουμε την έννοια του έθνους από εκείνα τα χρόνια, είναι η κίνηση του Αλεξάνδρου των Μακεδόνων.
Η Μακεδονία δεν ήταν μέρος του ελληνικού στρατού εκείνη την εποχή, παρ’ όλα αυτά ο Αλέξανδρος ενημέρωσε τους Έλληνες για τις κινήσεις των περσών με το αιτιολογικό Έλληνας είμαι και εγώ!
Δεν ήταν κίνηση που αποσκοπούσε σε προσωπική δόξα, η μάχη δεν ήταν δική του, ήταν πράξη υπεράσπισης του κοινού ελληνικού συμφέροντος απέναντι στον περσικό στρατό. Η πράξη του μας δείχνει ξεκάθαρα ότι οι Έλληνες αναγνώριζαν κοινή ταυτότητα πέρα από τις πόλεις κράτη. Παρά τις πολιτικές διαφορές μεταξύ Σπάρτης, Αθηνάς, κορινθίας, ή Μακεδονίας και όλων των άλλων πόλεων, υπήρχε η αίσθηση συλλογικής ταυτότητας απέναντι στον βάρβαρο εχθρό. Η πράξη του αυτή λοιπόν είναι ικανή να μας διδάξει ότι η Ελλάς, δεν λειτουργούσε ως κράτος με σύνορα, αλλά ως ιδέα, ως προγονική μορφή ελληνικής εθνικής συνείδησης. Μπορεί επίσης να παρουσιαστεί ως προοίμιο της ιδέας της ενότητας και της κοινής ελληνικής ταυτότητας, που υπερβαίνει τις διαμάχες των πόλεων κρατών.
Η ελληνική συνείδηση δεν ήταν αποκλειστικά πολιτική αλλά πολιτισμική. Γλώσσα, έθιμα, κοινός πολιτισμός, κοινή θρησκεία και η ίδια αίσθηση σύνδεσης των Ελλήνων μεταξύ τους. Η νίκη μπορεί να χαρακτηριστεί όχι απλά στρατηγική, αλλά συμβολική νίκη της Ελληνικής ταυτότητας, απέναντι στην αλλοτρίωση.