Οἱ ἐπὶ τῶν ἱστορουμένων σημειώσεις

Η επικαιρότητα κανει θορυβο η ιστορια οχι…

Πριν το κράτος, πριν τον νόμο, όταν η θάλασσα έγινε καταφύγιο – Ελληνική πειρατεία πριν την Επανάσταση

Πριν από την Επανάσταση του 1821, πολύ πριν υψωθούν σημαίες και ακουστούν όρκοι ελευθερίας, το Αιγαίο έβραζε. Όχι από μεγάλες ναυμαχίες ή οργανωμένους στόλους, αλλά από μικρά, ευέλικτα πλοία, επανδρωμένα από Έλληνες που είχαν μάθει να ζουν με τη θάλασσα και να επιβιώνουν μέσα από αυτήν. Στα μάτια των Οθωμανών και πολλών δυτικών παρατηρητών, ήταν πειρατές.

Στα μάτια όμως των ίδιων και των κοινοτήτων τους, ήταν κάτι διαφορετικό. Ήταν άνθρωποι που δεν είχαν άλλο χώρο να αναπνεύσουν. Η πειρατεία στον ελληνικό χώρο δεν γεννήθηκε από απληστία, αλλά από ανάγκη. Σε μια εποχή όπου η στεριά ελεγχόταν πλήρως, φορολογούνταν αδυσώπητα και δεν άφηνε περιθώρια κοινωνικής ανέλιξης, η θάλασσα έγινε το τελευταίο καταφύγιο. Εκεί αναπτύχθηκε μια άτυπη μορφή αντίστασης, χωρίς σημαία, χωρίς κεντρική καθοδήγηση, αλλά με βαθιά γνώση του χώρου και ένστικτο επιβίωσης. Οι Έλληνες ναυτικοί γνώριζαν τα περάσματα, τα ρεύματα, τα λιμάνια και τις αδυναμίες των αντιπάλων τους καλύτερα από οποιονδήποτε. Αργότερα, όταν ξέσπασε ο Αγώνας, πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή. Όχι τυχαία. Η εμπειρία τους, η τόλμη τους και η εξοικείωσή τους με τον κίνδυνο είχαν ήδη σφυρηλατηθεί στα χρόνια της πειρατείας.

Κι όμως, η ιστορία συχνά τους θυμάται με αμφιβολία ή τους προσπερνά βιαστικά, εγκλωβισμένη σε ηθικά σχήματα που δεν ταιριάζουν στις συνθήκες της εποχής. Ήταν λοιπόν οι Έλληνες πειρατές απλοί ληστές της θάλασσας ή οι πρώτοι άτακτοι πολεμιστές ενός αγώνα που ακόμα δεν είχε όνομα; Το ερώτημα δεν είναι απλό και η απάντηση δεν είναι μονοσήμαντη. Για να κατανοηθεί όμως η Επανάσταση, πρέπει πρώτα να κατανοηθεί το Αιγαίο που την προηγήθηκε.

Η ελληνική πειρατεία δεν εμφανίστηκε τυχαία ούτε παντού με τον ίδιο τρόπο. Άνθησε κυρίως εκεί όπου η θάλασσα ήταν πιο γενναιόδωρη από τη στεριά και όπου η οθωμανική εξουσία άφηνε κενά. Νησιά φτωχά σε καλλιεργήσιμη γη, ορεινές ακτές με δύσκολη πρόσβαση και κοινότητες που ζούσαν αιώνες με το κύμα, έγιναν φυσικά καταφύγια. Στις Κυκλάδες, στα Δωδεκάνησα, στα παράλια της Ηπείρου, στη Μάνη και γύρω από νησιά όπως η Ύδρα και τα Ψαρά, η πειρατεία δεν ήταν περιθωριακή δραστηριότητα, αλλά μέρος της τοπικής οικονομίας και επιβίωσης.

Οι άνθρωποι αυτοί δεν είχαν επιλογές. Δεν διέθεταν γη για να καλλιεργήσουν, δεν είχαν πρόσβαση σε εμπορικά προνόμια, ούτε προστασία από την αυθαιρεσία της εξουσίας. Η θάλασσα ήταν το μοναδικό τους πεδίο δράσης και το πλοίο το μοναδικό τους εργαλείο. Το πλιάτσικο δεν ήταν αυτοσκοπός, αλλά μέσο. Ήταν τρόπος να εξασφαλιστεί τροφή, χρήμα, υλικά και πολλές φορές να στηριχθεί ολόκληρη η κοινότητα πίσω στο νησί ή στο χωριό. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες περιηγητών της εποχής, αλλά και έμμεσες αναφορές σε οθωμανικά έγγραφα, τα λάφυρα συχνά μοιράζονταν και δεν κατέληγαν αποκλειστικά στα χέρια του καπετάνιου. Η πειρατεία αυτή είχε άγραφους κανόνες. Δεν ήταν τυφλή βία. Στόχοι ήταν κυρίως οθωμανικά ή ξένα εμπορικά πλοία που θεωρούνταν εχθρικά προς τον ελληνικό χώρο. Η διάκριση αυτή δεν ήταν πάντα απόλυτη, ούτε μπορεί να εξιδανικευτεί, όμως δείχνει ότι η δράση τους είχε χαρακτήρα επιβίωσης και όχι απλής εγκληματικότητας. Όπως επισημαίνουν νεότεροι ιστορικοί, η γραμμή ανάμεσα στον πειρατή και τον ναυτικό μισθοφόρο ήταν εξαιρετικά λεπτή στον κόσμο της Ανατολικής Μεσογείου.

Όταν ξέσπασε η Επανάσταση, η μετάβαση ήταν σχεδόν φυσική. Τα ίδια πλοία, τα ίδια πληρώματα και οι ίδιες τακτικές στράφηκαν πλέον ανοιχτά εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η πειρατεία μεταμορφώθηκε σε πολεμική δράση και εκείνοι που μέχρι χθες θεωρούνταν παράνομοι έγιναν στυλοβάτες του Αγώνα. Δεν είναι τυχαίο ότι ο πυρήνας του επαναστατικού στόλου προήλθε από περιοχές με έντονη πειρατική παράδοση, όπως δείχνει η μεταγενέστερη ιστοριογραφία. Μετά την απελευθέρωση, το νέο ελληνικό κράτος βρέθηκε μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα. Αυτό που μέχρι χθες ήταν αναγκαίο, έπρεπε πλέον να εκλείψει. Η πειρατεία, ακόμη και ως κατάλοιπο πολέμου, δεν χωρούσε σε ένα κράτος που προσπαθούσε να αναγνωριστεί διεθνώς.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας το γνώριζε αυτό καλύτερα από οποιονδήποτε. Από τις πρώτες κιόλας στιγμές της διακυβέρνησής του, βρέθηκε αντιμέτωπος με ασφυκτικές πιέσεις. Οι Μεγάλες Δυνάμεις απαιτούσαν την άμεση και πλήρη καταστολή της πειρατείας, καθώς το ζήτημα δεν ήταν η ιστορική διαδρομή των Ελλήνων ναυτικών, αλλά η ασφάλεια του εμπορίου και των θαλάσσιων δρόμων στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο Καποδίστριας βρέθηκε έτσι σε μια βαθιά αντιφατική θέση. Από τη μία πλευρά, γνώριζε ότι πολλοί από τους ανθρώπους που τώρα χαρακτηρίζονταν προβληματικοί, είχαν συμβάλει ουσιαστικά στον Αγώνα. Από την άλλη, είχε την ευθύνη ενός κράτους που δεν μπορούσε να ξεκινήσει την πορεία του ως καταφύγιο ανομίας. Όταν ζήτησε από τους παλιούς πειρατές να σταματήσουν τη δράση τους, δεν μιλούσε ως αντίπαλος, αλλά ως κυβερνήτης που προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ανάγκη. Για τους ίδιους τους ναυτικούς, η εντολή αυτή δεν ήταν απλή. Πολλοί δεν είχαν άλλο επάγγελμα, ούτε εναλλακτική πηγή εισοδήματος. Η μετάβαση από την ένοπλη δράση στη νόμιμη ναυτιλία ή στην κρατική υπηρεσία δεν ήταν ούτε άμεση ούτε καθολική. Κάποιοι εντάχθηκαν στο νεοσύστατο πολεμικό ναυτικό, άλλοι προσπάθησαν να επιστρέψουν στο εμπόριο, ενώ δεν έλειψαν και εκείνοι που αντιστάθηκαν, είτε από ανάγκη είτε από δυσπιστία απέναντι στο νέο κράτος. Οι πηγές της εποχής δείχνουν ότι η σύγκρουση αυτή δεν ήταν μόνο πολιτική, αλλά βαθιά κοινωνική. Η προσπάθεια καταστολής της πειρατείας αποτέλεσε μία από τις πιο δύσκολες δοκιμασίες της Καποδιστριακής διακυβέρνησης. Δεν ήταν απλώς θέμα επιβολής νόμου, αλλά αναμέτρηση με το παρελθόν της ίδιας της Επανάστασης. Η θάλασσα που είχε γεννήσει τους πρώτους άτακτους μαχητές, έπρεπε τώρα να πειθαρχήσει σε κανόνες κρατικής υπόστασης. Και αυτό το πέρασμα, όπως μαρτυρούν οι πηγές, υπήρξε επώδυνο. Η ελληνική πειρατεία, λοιπόν, δεν τελείωσε με μια απλή απαγόρευση. Έσβησε σταδιακά, μέσα από συγκρούσεις, προσαρμογές και απώλειες. Όμως η μνήμη της παραμένει. Όχι ως ένδοξος μύθος, ούτε ως ντροπιαστικό παρελθόν, αλλά ως απόδειξη ότι πριν υπάρξει κράτος, υπήρξαν άνθρωποι που πάλεψαν να επιβιώσουν και, άθελά τους πολλές φορές, προετοίμασαν το έδαφος για την ελευθερία.

Τα επεισόδια της ελληνικής πειρατείας πριν από την Επανάσταση δεν σώζονται πάντα ως ηρωικές αφηγήσεις, αλλά εμφανίζονται διάσπαρτα σε μαρτυρίες ξένων περιηγητών, οθωμανικά έγγραφα και μεταγενέστερες ιστορικές συνθέσεις. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα προέρχεται από το Αιγαίο των Κυκλάδων στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν ελληνικά πλοιάρια, μικρά και ταχύτατα, επιτίθεντο σε οθωμανικά εμπορικά σκάφη που μετέφεραν σιτηρά ή φορολογικά έσοδα. Ο Γάλλος περιηγητής François Pouqueville σημειώνει ότι τα λάφυρα συχνά επέστρεφαν στα νησιά για να στηρίξουν ολόκληρες κοινότητες που βρίσκονταν στα όρια της πείνας. Παρόμοιες εικόνες μεταφέρει και ο Constantin François de Chassebœuf de Volney, αναφερόμενος σε Έλληνες ναυτικούς που περνούσαν από το εμπόριο στην πειρατεία ανάλογα με τις συνθήκες. Όταν οι θαλάσσιοι δρόμοι έκλειναν ή οι φόροι γίνονταν δυσβάσταχτοι, η πειρατεία παρουσιαζόταν ως η μόνη λύση για επιβίωση, όχι ως μόνιμη κατάσταση αλλά ως αναγκαστική επιλογή. Ένα άλλο επεισόδιο αφορά τις ακτές της Μάνης, όπου οι τοπικοί πληθυσμοί είχαν μακρά παράδοση ένοπλης αυτονομίας. Σύμφωνα με οθωμανικές αναφορές που αξιοποιεί αργότερα ο Joseph von Hammer-Purgstall, μανιάτικα πλοία επιτίθεντο συστηματικά σε οθωμανικά σκάφη, προκαλώντας πονοκέφαλο στη διοίκηση. Οι ίδιες πηγές παραδέχονται όμως ότι οι επιχειρήσεις αυτές ήταν δύσκολο να παταχθούν, επειδή στηρίζονταν από τον τοπικό πληθυσμό. Σημαντικές είναι και οι αναφορές για τα Ψαρά και την Ύδρα, όπου η διάκριση ανάμεσα στον πειρατή και τον έμπορο ήταν ρευστή. Όπως προκύπτει από μεταγενέστερες ελληνικές ιστοριογραφικές συνθέσεις του 19ου αιώνα, πολλοί από τους ναυτικούς που αργότερα πρωταγωνίστησαν στον Αγώνα είχαν αποκτήσει εμπειρία μέσα από τέτοιες επιχειρήσεις. Η πειρατεία λειτουργούσε ως άτυπη σχολή ναυτοσύνης, πολεμικής τακτικής και τόλμης, στοιχεία που αποδείχθηκαν καθοριστικά μετά το 1821.

Μέσα σε αυτόν τον κόσμο της αναγκαστικής πειρατείας αναδείχθηκαν μορφές που αργότερα πέρασαν στην ιστορία. Ο πιο χαρακτηριστικός είναι ο Λάμπρος Κατσώνης, μια μορφή που κινείται ανάμεσα στον πειρατή, τον κουρσάρο και τον εθνικό αγωνιστή. Δρώντας κυρίως στο Αιγαίο στα τέλη του 18ου αιώνα, με τη σιωπηρή ή φανερή ανοχή ξένων δυνάμεων, ο Κατσώνης χτυπούσε οθωμανικά πλοία και λιμάνια, προκαλώντας σοβαρή φθορά στο εμπόριο και στο γόητρο της αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με τις περιγραφές της εποχής, η δράση του στηριζόταν σε ελληνικά πληρώματα που είχαν ήδη μάθει να ζουν εκτός νόμου, αλλά όχι εκτός πατρίδας. Στο ίδιο πνεύμα, αν και σε πιο πρώιμο στάδιο, εντάσσονται και ναυτικοί από νησιά όπως τα Ψαρά και η Ύδρα, των οποίων τα ονόματα συχνά δεν διασώθηκαν, αλλά η συλλογική τους δράση αποτυπώνεται καθαρά στις πηγές. Μεταγενέστεροι αγωνιστές, όπως ο Ανδρέας Μιαούλης, δεν ξεκίνησαν ως πειρατές με τη στενή έννοια, όμως μεγάλωσαν μέσα σε αυτό το ναυτικό περιβάλλον, όπου η ένοπλη δράση στη θάλασσα ήταν γνώριμη και σχεδόν αυτονόητη. Η εμπειρία αυτή εξηγεί γιατί, με το ξέσπασμα της Επανάστασης, ο ελληνικός στόλος μπόρεσε να κινηθεί με τόση αποφασιστικότητα και αποτελεσματικότητα.

Η ελληνική πειρατεία πριν την Επανάσταση δεν ήταν απλή εγκληματική δραστηριότητα ούτε ρομαντική περιπέτεια. Ήταν τρόπος επιβίωσης, έκφραση αντίστασης και σχολείο ναυτοσύνης για εκείνους που αργότερα θα σηκώσουν τη σημαία της ελευθερίας. Οι άνθρωποι αυτοί, μέσα από τη θάλασσα, διαμόρφωσαν χαρακτήρες ικανών, τολμηρών και έμπειρων πολεμιστών, έτοιμων να αντιμετωπίσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ακόμα και όταν η νέα πολιτική πραγματικότητα απαιτούσε την εγκατάλειψη της πειρατείας, η ιστορία τους δεν χάθηκε. Η μνήμη τους παραμένει, ως υπενθύμιση ότι πριν υπάρξει κράτος, υπήρξαν άνθρωποι που πάλεψαν για να επιβιώσουν, και αθέλητα προετοίμασαν το έδαφος για την ελευθερία.