Οἱ ἐπὶ τῶν ἱστορουμένων σημειώσεις

Η επικαιρότητα κανει θορυβο η ιστορια οχι…

ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΑΡΑΘΩΝΑ



Στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ., η αντιπαράθεση ανάμεσα στον ελληνικό κόσμο και την πανίσχυρη Περσική Αυτοκρατορία κορυφωνόταν. Ο βασιλιάς της Περσίας, ο Δαρείος Α΄, δεν είχε ξεχάσει τη συμβολή των Αθηναίων και των Ερετριέων στην Ιωνική Επανάσταση και ιδιαίτερα στην πυρπόληση των Σάρδεων. Η επιθυμία του για εκδίκηση ήταν τόσο έντονη, ώστε –όπως αναφέρει η αρχαία παράδοση– είχε διατάξει έναν δούλο του να του επαναλαμβάνει κάθε πρωί τη φράση: «Μη λανθάνεσθαι τῶν Ἀθηναίων», δηλαδή «να μην ξεχνάς τους Έλληνες».

Το 490 π.Χ. οργανώθηκε μια μεγάλη εκστρατεία εναντίον της Ελλάδας. Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, ο περσικός στόλος που κινήθηκε προς το Αιγαίο αριθμούσε περίπου 600 πλοία και μετέφερε έναν τεράστιο στρατό, ο οποίος κατά τις αρχαίες εκτιμήσεις έφθανε ακόμη και τους 500.000 άνδρες. Ακόμη κι αν οι σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν αυτούς τους αριθμούς υπερβολικούς, είναι βέβαιο ότι επρόκειτο για μία δύναμη συντριπτικά μεγαλύτερη από τις ελληνικές δυνάμεις.

Η πρώτη μεγάλη στάση των Περσών στην ελληνική επικράτεια ήταν η Ερέτρια της Εύβοιας. Η πόλη αντιστάθηκε, αλλά η πολιορκία κράτησε έξι ημέρες. Τελικά η τύχη της κρίθηκε από προδοσία. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, δύο επιφανείς πολίτες της Ερέτριας, ο Εύφορβος και ο Φιλάγρος, άνοιξαν τον δρόμο στους Πέρσες. Η πόλη καταστράφηκε, οι ναοί πυρπολήθηκαν και πολλοί κάτοικοι αιχμαλωτίστηκαν και μεταφέρθηκαν στην Ασία. Μετά την πτώση της Ερέτριας, ο περσικός στρατός κινήθηκε προς την Αττική.

Ο τόπος που επέλεξαν οι Πέρσες για να αποβιβαστούν ήταν η πεδιάδα του Μαραθώνα. Η περιοχή αυτή βρίσκεται ανάμεσα σε ορεινούς όγκους και ανοίγεται προς τη θάλασσα, ενώ τη διασχίζει ο ποταμός Χαράδραος. Η γεωγραφία της περιοχής έπαιξε σημαντικό ρόλο στις στρατιωτικές κινήσεις που θα ακολουθούσαν.

Απέναντι στη γιγαντιαία περσική δύναμη στάθηκαν οι Αθηναίοι, οι οποίοι συγκέντρωσαν περίπου 10.000 οπλίτες. Στο πλευρό τους έσπευσαν αυτοβούλως και περίπου 1.000 πολεμιστές από τη μικρή πόλη των Πλαταιών, αποδεικνύοντας ότι ο αγώνας δεν αφορούσε μόνο την Αθήνα αλλά ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο.

Κεντρικό πρόσωπο των γεγονότων υπήρξε ο στρατηγός Μιλτιάδης. Από νεαρή ηλικία είχε διακριθεί ως πολεμιστής και είχε αποκτήσει πολύτιμη εμπειρία στις συγκρούσεις με τους Πέρσες. Όταν πραγματοποιήθηκε η μάχη του Μαραθώνα ήταν περίπου 64 ετών, αλλά διέθετε τη στρατιωτική ωριμότητα και την αποφασιστικότητα που απαιτούσε η περίσταση.

Πριν από τη σύγκρουση, οι στρατηγοί και οι αξιωματούχοι της Αθήνας προσήλθαν στην Εκκλησία του Δήμου για να συζητήσουν την κατάσταση. Υπήρχαν φωνές που πρότειναν συμβιβασμό με τους Πέρσες. Σύμφωνα με αυτές τις απόψεις, μια συμφωνία θα μπορούσε να εξασφαλίσει ειρήνη και να ανοίξει δρόμους για το εμπόριο και την οικονομική ανάπτυξη.

Ο Μιλτιάδης όμως αντιτάχθηκε με σθένος σε αυτή την προοπτική. Στην ομιλία του τόνισε ότι οι Έλληνες δεν μπορούσαν να υποτάξουν την ελευθερία τους για χάρη του πλούτου ή του εμπορίου. Υποστήριξε ότι το ελληνικό ιδεώδες και η πανελλήνια ιδέα της ανεξαρτησίας ήταν αξίες ανώτερες από κάθε υλικό όφελος. Η θέση του τελικά επικράτησε και η απόφαση ήταν να δοθεί μάχη.

Οι αρχαίες πηγές αναφέρουν ότι στο Μαραθώνα παρατάχθηκαν περίπου 300.000 Πέρσες. Οι μεταγενέστεροι ιστορικοί εκτιμούν ότι ο αριθμός πιθανότατα ήταν μικρότερος, ίσως γύρω στους 100.000 άνδρες. Ακόμη και έτσι όμως, η διαφορά με τον ελληνικό στρατό των περίπου 11.000 οπλιτών παρέμενε τεράστια.

Σημαντική παρουσία μεταξύ των Αθηναίων στρατηγών είχε και ο Θεμιστοκλής, ο οποίος αργότερα θα διαδραμάτιζε καθοριστικό ρόλο στους Περσικούς Πολέμους. Η μάχη του Μαραθώνα αποτέλεσε ένα από τα πρώτα μεγάλα σχολεία πολέμου για μια ολόκληρη γενιά Ελλήνων ηγετών.

Η στρατηγική του Μιλτιάδη ήταν τολμηρή και πρωτότυπη. Αντί να παρατάξει ισοδύναμα όλες τις δυνάμεις του, ενίσχυσε σημαντικά τα δύο άκρα της φάλαγγας, αφήνοντας το κέντρο σχετικά πιο αδύναμο. Η επιλογή αυτή ήταν συνειδητή: όταν οι Πέρσες θα πίεζαν το κέντρο των Αθηναίων, τα ισχυρά ελληνικά άκρα θα μπορούσαν να κινηθούν πλευρικά και να τους υπερφαλαγγίσουν.

Παράλληλα, οι Έλληνες χρησιμοποίησαν και το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Οι οπλίτες κινήθηκαν γρήγορα προς τις περσικές γραμμές ώστε να μειώσουν την απόσταση όσο το δυνατόν περισσότερο. Με αυτόν τον τρόπο δεν έδωσαν τον απαραίτητο χρόνο στους Πέρσες τοξότες να εξαπολύσουν μαζικά βέλη που θα μπορούσαν να προκαλέσουν σοβαρές απώλειες πριν ακόμη ξεκινήσει η σύγκρουση σώμα με σώμα.

Όταν οι δύο στρατοί συγκρούστηκαν, το περσικό κέντρο πράγματι κατάφερε αρχικά να πιέσει το ελληνικό. Όμως τα ισχυρά άκρα των Αθηναίων και των Πλαταιέων κατόρθωσαν να υπερφαλαγγίσουν τις περσικές δυνάμεις και να τις περικυκλώσουν. Η μάχη μετατράπηκε σε πανικό για τον περσικό στρατό, ο οποίος άρχισε να υποχωρεί προς τα πλοία του.

Η νίκη των Ελλήνων στον Μαραθώνα υπήρξε καθοριστική. Δεν ήταν απλώς μια στρατιωτική επιτυχία απέναντι σε έναν ισχυρό αντίπαλο, ήταν η απόδειξη ότι οι πόλεις της Ελλάδας μπορούσαν να αντισταθούν σε μια αυτοκρατορία. Το γεγονός αυτό ενίσχυσε την αυτοπεποίθηση των Ελλήνων και έθεσε τα θεμέλια για τις επόμενες μεγάλες συγκρούσεις των Περσικών Πολέμων.

Η Μάχη του Μαραθώνα έμεινε στην ιστορία ως ένα από τα πιο εμβληματικά γεγονότα της αρχαιότητας. Σε μια εποχή όπου η αριθμητική υπεροχή έμοιαζε ακατανίκητη, μια μικρή δύναμη οπλιτών κατάφερε να υπερασπιστεί την ελευθερία της. Και μαζί με αυτήν, να υπερασπιστεί μια ιδέα που θα επηρέαζε βαθιά την πορεία του ελληνικού και του ευρωπαϊκού πολιτισμού.